Connect with us

Αφιερώματα

Η ιστορία του γραμμόφωνου

Published

on

Το έτος 1877 κατέθεσε αίτηση για απόκτηση τίτλου ευρεσιτεχνίας ο ήδη ευρύτερα γνωστός εφευρέτης Τόμας Άλβα Έντισον, με θέμα μία συσκευή, την οποία ονόμασε φωνόγραφο (phonograph) και ήταν ο πρόδρομος του μεταγενέστερου γραμμοφώνου. Η συσκευή αυτή λειτουργούσε με ένα ξύλινο κύλινδρο που περιστρεφόταν χειρονακτικά με μανιβέλα και ο οποίος ήταν καλυμμένος με ένα λεπτό φύλλο κασσιτέρου (Staniol). Μία μεταλλική βελόνα ήταν σταθερά συνδεμένη με μια μεμβράνη, η οποία πραγματοποιούσε ταλαντώσεις λόγω ηχητικών κυμάτων, με αποτέλεσμα η βελόνα να δημιουργεί βαθουλώματα στο φύλλο κασσιτέρου, άλλοτε μεγαλύτερα και άλλοτε μικρότερα, ανάλογα με την ένταση του ήχου. Ένας μηχανικός οδηγός μετακινούσε τη βελόνα αξονικά στον κύλινδρο, ώστε τελικά προέκυπτε ένα σπειροειδές αυλάκι. Όταν γύριζε ο κύλινδρος και πέρναγε η βελόνα πάνω από τη χαραγμένη επιφάνεια, προκαλούσαν τα βαθουλώματα ταλαντώσεις στη μεμβράνη, οι οποίες μετατρέπονταν σε ηχητικά κύματα.

Όπως περιγράφουν άρθρα εφημερίδων της εποχής, η απόδοση της συσκευής του Έντισον ήταν περίπου «άθλια», αλλά ο φωνόγραφος αυτός, τον οποίο ο εφευρέτης του ονόμαζε μηχανή, έκανε τεράστια εντύπωση. Όταν όμως δοκίμαζε ο κόσμος την ποιότητα ήχου, εξανεμιζόταν ο ενθουσιασμός και θεωρούσε τη συσκευή ένα ακριβό παιχνίδι. Η τοποθέτηση του φύλλου κασσιτέρου ήταν περίπλοκη και η αντοχή του σε πολλαπλή χρήση περιορισμένη.

Το έτος 1881 προσπάθησε ο εφευρέτης του τηλεφώνου Μπελ να βελτιώσει το φωνόγραφο του Έντισον. Για το σκοπό αυτό κάλυψε τον ξύλινο κύλινδρο με κερί, πάνω στο οποίο θα χαρασσόταν το αυλάκι του ήχου. Η προσπάθεια αυτή έδωσε καλύτερα αποτελέσματα, κυρίως όμως δεν επέτρεπε την ηχογράφηση άσχετων θορύβων, όπως η κατασκευή του Έντισον. Το 1886 δήλωσε για ευρεσιτεχνία μια όμοια κατασκευή με επίστρωση κεριού στο κύλινδρο ο Charles Sumner Tainter (Ταίιντερ, 1854-1940) και το ονόμασε γραφόφωνο (graphophone). Εναντίον του Ταίιντερ κινήθηκε δικαστικά ο Έντισον, θεωρώντας ότι επρόκειτο για κλοπή πνευματικής ιδιοκτησίας.

Το 1888 αντικατέστησε ο ίδιος ο Έντισον το φύλλο κασσιτέρου με στρώμα σκληρού κεριού και τοποθέτησε στη συσκευή ένα μηχανικό κινητήρα με βαρύδι. Αργότερα χρησιμοποιήθηκε ένας μηχανικός κινητήρας με ελατήριο και μανιβέλα για κούρδισμα και στη συνέχεια, σε μερικά μοντέλα, ένας ηλεκτρικός κινητήρας, αν και οι ηλεκτρικοί κινητήρες ήταν εκείνη την εποχή και για αρκετές δεκαετίες ακόμα ογκώδεις και ακριβοί. Για την ενίσχυση του ήχου χρησιμοποίησε ο Έντισον το χαρακτηριστικό χωνί που βλέπουμε σε εικόνες και φωτογραφίες του φωνογράφου. Οι κύλινδροι του Έντισον περιείχαν μουσική ή ομιλία διάρκειας περίπου 2 λεπτών.

Η νέα αυτή κατασκευή του Έντισον είχε εμπορική επιτυχία, γιατί προσφερόταν για ιδιωτική καταγραφή της φωνής. Για τη μαζική παραγωγή κυλίνδρων με σύντομες μελωδίες της εποχής η εργασία ήταν όμως πολύ κοπιαστική, γιατί έπρεπε η ορχήστρα ή ο τραγουδιστής να επαναλαμβάνουν με μεγάλη ένταση την εκτέλεση του κομματιού μπροστά σε 7-8 φωνογράφους, οι οποίοι παρήγαγαν από ένα κύλινδρο. Μόλις το 1903 κατασκεύασε ο ίδιος ο Έντισον μια μηχανή, η οποία ήταν σε θέση να αντιγράφει έναν αρχικό κύλινδρο.

Το 1886 πρότεινε ο Emile Berliner (Εμίλ Μπερλίνερ, 1851-1929), Αμερικάνος από το Ανόβερο της Γερμανίας, να αντικατασταθεί ο κύλινδρος με «αυλάκι ήχου» του Έντισον, με μία επίπεδη πλάκα όπου, μετά από διάφορες βελτιώσεις, μία ελικοειδής διαδρομή σχημάτιζε ένα συνολικό αυλάκι σε όλη την επιφάνεια της πλάκας και η βελόνα έκανε ταλαντώσεις, εγκάρσια στην κίνηση. Ενώ δηλαδή η κεφαλή της συσκευής του Έντισον εκτελούσε κινήσεις πάνω-κάτω για να ανιχνεύσει τα βαθουλώματα της επιφάνειας, στη συσκευή του Μπερλίνερ έπαιζαν ρόλο τα τοιχώματα του αυλακιού και η βελόνα πραγματοποιούσε κινήσεις δεξιά-αριστερά. Έτσι, ξεπέρασε ο Μπερλίνερ και τον κίνδυνο να συρθεί ενώπιον δικαστηρίων για καταπάτηση ευρεσιτεχνιών του Έντισον. Ο Μπερλίνερ δήλωσε τη συσκευή του για ευρεσιτεχνία και την ονόμασε γραμμόφωνο (grammophone). Αυτή η μέθοδος είχε δοκιμαστεί ήδη από τον Έντισον και από τον Μπελ, αλλά δεν κρίθηκε αξιοποιήσιμη. Στα τέλη της δεκαετίας του 1950 συγχωνεύτηκαν από τις εταιρίες που τις εκμεταλλεύονταν οι ευρεσιτεχνίες του Έντισον και του Μπερλίνερ και έτσι προέκυψε η τεχνολογία των στερεοφωνικών δίσκων.

Η εξέλιξη του σήμερα
Ο δίσκος (πλάκα) του Μπερλίνερ, αρχικά με διάμετρο 12 cm που γύρναγε με 150 στροφές ανά λεπτό, πήρε σταδιακά τη μορφή που γνωρίζουμε μέχρι τα τέλη του 20ου αιώνα ως δίσκο βινυλίου. Το έτος 1901 κατασκευάστηκαν για πρώτη φορά δίσκοι με διάμετρο 10″ (~25 cm). Μέχρι τότε, οι δίσκοι ήταν μονόπλευροι και από την άλλη πλευρά είχαν διαφημιστικές ετικέτες, περίπου όπως είναι σήμερα τα CD και DVD. To 1904 παρουσίασε η γερμανική εταιρία Odeon τον πρώτο δίσκο διπλής όψης με διαμέτρους 25 και 30 cm και διάρκεια μέχρι 5,5 λεπτά. Αν και τελικά επεβίωσε ακριβώς αυτή η μορφή ηχητικής αποθήκευσης και διατηρήθηκε μέχρι που άρχισε να αντικαθίσταται από τον οπτικό δίσκο (σύμπυκνος δίσκος, compact disk, CD), η ηχητική ποιότητα των δίσκων του Μπερλίνερ ήταν για μερικές δεκαετίες πολύ κατώτερη από αυτή των κυλίνδρων κεριού του Έντισον.

Με τη βελτίωση των ηλεκτρικών κινητήρων και την εισαγωγή του ηλεκτρονικού ενισχυτή, το γραμμόφωνο αντικαταστάθηκε σταδιακά από το ηλεκτρικό γραμμόφωνο που πήρε στην καθημερινή γλώσσα το όνομα pickup (=μαζεύω, συλλέγω, πικάπ). Εντωμεταξύ είχαν αξιοποιηθεί ο ηλεκτρονικός ενισχυτής λυχνιών και οι μικροί ηλεκτρικοί κινητήρες, με τους οποίος πήρε πλέον το γραμμόφωνο και ο ήχος του σημαντικά ανώτερη ποιότητα. Μερικές φορές χρησιμοποιείται και ο όρος ηλεκτρόφωνο, ο οποίος όμως χαρακτήριζε στις αρχές του 20ου αιώνα την τηλεφωνική μετάδοση ειδήσεων και γι’ αυτό δεν χρησιμοποιήθηκε ευρέως για τις ηλεκτρικές συσκευές αναπαραγωγής ήχου· ο όρος αυτός χρησιμοποιείται στην Ελλάδα για το μηχανισμό που είναι γνωστός και σαν τζουκ μποξ

Magazine

Η ιστορία του βινυλίου στην μουσική

Published

on

Οι πρώτες συσκευές καταγραφής ήχου δημιουργήθηκαν στα μέσα του 19ου αιώνα από τον γάλλο Leon Scott.

Εικοσιπέντε χρόνια μετά έρχεται ο Thomas Edison με τον φωνογράφο του μια συσκευή καταγραφής ήχου και αναπαραγωγής του μέσω σφαιρικών κυλίνδρων.

Ο ίδιος θα εξελίξει τον φωνογράφο του τα επόμενα 10 χρόνια και θα τον διαθέσει για εμπορική εκμετάλλευση μέσω της εταιρείας του ονόματι Edison Phonographs.

Παράλληλα έχουμε τον Graham Bell να μπαίνει ανταγωνιστικά σε αυτόν τον χώρο με μια πιο βελτιωμένη έκδοση του, το γνωστό γραμμόφωνο το οποίο θα αποτελέσει την βάση τις Columbia.

Και εδώ ξεκινάει η ιστορία των μουσικών ηχογραφήσεων που έμελλε να αναδείξει την μουσική βιομηχανία μία από τις σημαντικότερες στον κόσμο.

Ακολουθεί η κατασκευή αναπαραγωγής ήχου και ευρείας κατανάλωσης με κερματοδέκτες που ακολούθησαν στα Juke box! Για την ιστορία οι πρώτοι δίσκοι γραμμόφωνου κατασκευάστηκαν τον 20ο αιώνα για να ακολουθήσει το βινύλιο στα τέλη της δεκαετίας του 1940 όπου και καθιερώθηκε ως το κύριο μέσο κατασκευής δίσκων.

Οι δίσκοι βινυλίων 45 και 33 στροφών έφεραν την ανατροπή στην μουσική βιομηχανία την δεκαετία του 1950 έτσι ώστε να γίνουν εκατομμύρια πωλήσεις δίσκων μέχρι να έρθει η ψηφιακή εποχή και να επέλθει η περιθωριοποίηση τους χωρίς αυτό να σημαίνει στην πράξη ότι η παραγωγή δίσκων βινυλίου σταμάτησε ποτέ.

Continue Reading

Featured

Live Aid: Η συναυλία που άλλαξε τον κόσμο

Published

on

Tο Live Aid είναι μια διπλή ιστορική συναυλία, με ανθρωπιστικό χαρακτήρα, που πραγματοποιήθηκε την ίδια στιγμή από κοινού στο Λονδίνο και τη Φιλαδέλφεια στις 13 Ιουλίου 1985 και οργανώθηκε από τον Μπομπ Γκέλντοφ και τον Midge Ure με σκοπό τη συγκέντρωση χρημάτων για την ανακούφιση του συνεχιζόμενου λιμού στην Αιθιοπία.

Μεταδόθηκε από πολλές τηλεοράσεις, ζωντανά, σε όλο τον κόσμο. Επιλέχθηκαν οι κορυφαίοι καλλιτέχνες όπως Ντέιβιντ Μπόουι, Πωλ ΜακΚάρτνεϋ, Queen, U2, Dire Straits, Duran Duran, Φιλ Κόλινς (οι οποίοι από το Λονδίνο πήραν το Κονκόρντ για να παίξουν και στη Φιλαδέλφεια ), Μικ Τζάγκερ, The Who, Έλτον Τζον, Στινγκ, Μαντόνα, ο Μπομπ Ντίλαν, ο Ρόμπερτ Πλαντ, ο Τζίμι Πέιτζ, ο Τζον Πωλ Τζόουνς (μουσικός), το Status Quo, ο Cat Stevens .

Αυτή η εκδήλωση διεξήχθη κυρίως στο στάδιο Wembley του Λονδίνου και στο στάδιο John F. Kennedy στη Φιλαδέλφεια .

Υπολογίζεται ότι 2 δισεκατομμύρια άνθρωποι παρακολούθησαν την συναυλία, σε περισσότερες από 100 διαφορετικές χώρες, και 90.000 άτομα παρευρέθηκαν.

Υπήρξαν κι άλλες συναυλίες που οργανώθηκαν επίσης με την ίδια φιλοσοφία, όπως στην Αυστραλία (Oz για την Αφρική) με τη συμμετοχή του INXS, ή ακόμα και στη Γερμανία.

Η επιτυχία της συναυλίας αυτής ενέπνευσε το τραγούδι The Tide Turning του Ρότζερ Γουώτερς (Pink Floyd).

Το 2005, με την ευκαιρία της εικοστής επετείου της συναυλίας Live Aid, ένα μέρος της, κυκλοφόρησε στο εμπόριο (για φιλανθρωπικούς πάντα σκοπούς) με τη μορφή τετραπλού DVD.

Για την ίδια περίσταση, η εμπειρία ανανεώνεται: Το Live 8, πραγματοποιήθηκε στις 2 Ιουλίου του 2005, όμως αυτή τη φορά σε μια πιο διεθνή διάσταση.

Στην πραγματικότητα, υπήρξαν συναυλίες που πραγματοποιήθηκαν στις πόλεις της Φιλαδέλφειας, του Λονδίνου, του Παρισιού, του Βερολίνου, της Ρώμης, του Τορόντο, του Τόκιο, του Γιοχάνεσμπουργκ όπως και της Μόσχας . Όπως το Live Aid, έτσι και το Live 8 κυκλοφορεί σε DVD για να υποστηρίξει την θέση του.

Στην συναυλία του 1985, μερικά γνωστά συγκροτήματα, όπως οι Eurythmics ή οι Tears for Fears, που κανονικά θα είχαν συμμετάσχει σε αυτήν, δεν μπόρεσαν τελικά να δώσουν το παρόν για διάφορους λόγους.

Continue Reading

Αφιερώματα

Pop Art

Published

on

Ο όρος Ποπ Αρτ (Pop art, λαϊκή τέχνη) αναφέρεται στο καλλιτεχνικό κίνημα που αναπτύχθηκε αρχικά στη Μεγάλη Βρετανία και αργότερα στην Αμερική περί τα μέσα της δεκαετίας του ’50. Μία από τις σημαντικότερες ίσως επιδράσεις της Ποπ Αρτ ήταν το γεγονός πως περιόρισε τη διάκριση ανάμεσα στις έννοιες της εμπορικής και υψηλής τέχνης. Η Ποπ μουσική γεννήθηκε στο Λονδίνο τη δεκαετία του ’50, κυρίως χάρη στις προσπάθειες του Ρίτσαρντ Χάμιλτον. Η ονομασία Ποπ Αρτ αποδίδεται στον Βρετανό κριτικό τέχνης Lawrence Alloway, ο οποίος χρησιμοποίησε τον όρο για πρώτη φορά το 1958 αλλά καθιερώθηκε μερικά χρόνια αργότερα και συγκεκριμένα στη δεκαετία του ’60, περίοδος που η pοp Αρτ γνώρισε και την μεγαλύτερη απήχηση. Μέχρι τότε, συχνά οι Ποπ Αρτ καλλιτέχνες αποκαλούνταν και Νεο-Νταντά με αναφορά στο κίνημα του Ντανταϊσμού. Από αρκετούς, ο Ντανταϊσμός θεωρείται πρόδρομος της Ποπ Αρτ και σίγουρα αποτέλεσε ισχυρή επιρροή. Τα δύο κινήματα συνδέονται μεταξύ τους, κυρίως μέσω της κοινής διάθεσης να προκαλέσουν και να ανυψώσουν το καθημερινό και συνηθισμένο στη θέση του αντικειμένου της τέχνης.
Στις αρχές της δεκαετίας του ’60, η ποπ Αρτ άρχισε να αναπτύσσεται κυρίως στην Αμερική. Ως πρώτοι Ποπ Αρτ Αμερικανοί καλλιτέχνες αναγνωρίζονται οι Jasper Johns και Robert Rauschenberg, ωστόσο η προσωπικότητα του Άντι Γουόρχολ και του Ρόι Λίχτενσταϊν είναι που θα δώσουν τη μεγαλύτερη ώθηση στην Ποπ Αρτ. Αν και η Βρετανία αποτελεί τον τόπο γέννησης της Ποπ Αρτ, στην Αμερική γνωρίζει πραγματική έξαρση, γεγονός που ευνοείται και από την οικονομική ευρωστία της Αμερικής.

Μία μεγάλη έκθεση, το 1962, στην γκαλερί Sydney Janis με τίτλο “Νέοι ρεαλιστές” (New realist) προσέφερε την επίσημη αναγνώριση του κινήματος της αμερικανικής ποπ-αρτ. Έως τότε ο όρος δεν είχε ακόμη καθιερωθεί. Η ποπ-αρτ αντλούσε την έμπνευσή της από τις εικόνες της καταναλωτικής κοινωνίας και της λαϊκής κουλτούρας. Κωμικές ταινίες, διαφημίσεις, βιομηχανοποιημένα προϊόντα, αλλά και φωτογραφίες λαϊκών ειδώλων συνέθεταν το κίνημα που χαρακτηρίστηκε από τον ζωγράφο Ρίτσαρντ Χάμιλτον ως “δημοφιλές, προσωρινό, χαμηλού κόστους, βιομηχανικό, νεαρό, πνευματώδες, σέξι, μαγιό, γοητευτικό και Μεγάλη Επιχείρηση”.

Κύρια χαρακτηριστικά της Ποπ Αρτ αισθητικής αποτέλεσαν ο αυθορμητισμός, η δημιουργική υπερβολή, η ανάλαφρη διάθεση, η σάτιρα, οι έντονες χρωματικές αντιθέσεις και εν γένει η απόρριψη του παραδοσιακού. Η Ποπ Αρτ υπηρέτησε την αποκαλούμενη μαζική κουλτούρα και συνδέθηκε με ένα είδος εμπορικής τέχνης που απευθύνεται σε ένα ευρύ κοινό. Δεν είναι τυχαίο ότι την ίδια περίοδο γνώρισε μεγάλη έξαρση στη Μεγάλη Βρετανία η Ποπ μουσική, η οποία θεωρείται συχνά αισθητικά συγγενής προς την Ποπ Αρτ. Σε αντίθεση με πολλά προγενέστερα κινήματα της μοντέρνας τέχνης, η Ποπ Αρτ επέδειξε αδιαφορία σε δύσκολα, δυσνόητα ή περισσότερο εγκεφαλικά θέματα, τα οποία για τους καλλιτέχνες του κινήματος θεωρούνταν προϊόντα μίας διάθεσης ελιτισμού. Πίνακες με αναπαραστάσεις τενεκεδένιων κουτιών γνωστού αναψυκτικού, του Έλβις Πρίσλεϊ και της Μέριλιν Μονρόε ή ακόμα θέματα δανεισμένα από τα αμερικανικά κόμικς και τη διαφήμιση αποτελούν χαρακτηριστικό δείγμα της Ποπ Αρτ αισθητικής.
Το φωτομοντάζ, το κολάζ και η συναρμολόγηση αποτέλεσαν συνηθισμένες μεθόδους της ποπ-αρτ. Από τις μυθικές φυσιογνωμίες της δεκαετίας του 1960, ο Άντι Γουόρχολ δημιούργησε το 1962 τις Είκοσι πέντε Μέριλιν, ένα από τα διασημότερα θέματά του, χρησιμοποιώντας ως βάση ένα φωτογραφικό πορτρέτο. Η απεικόνιση της Μονρόε ως προϊόντος κουλτούρας, συσκευασμένης για το κοινό σαν καταναλωτικό αγαθό. Ο Πίτερ Μπλέικ (Ο τοίχος της αγάπης, κολάζ, ζωγραφική και κατασκευή), ο Τομ Γουέσελμαν (Νεκρή φύση, κολάζ και ζωγραφική), ο Τζάσπερ Τζόουνς, ο Ρόι Λίχτενσταϊν, ο Ντέιβιντ Χόκνεϊ κ.α. ήταν ανάμεσα στους πρωταγωνιστές της ποπ-αρτ. Όπως και ο Υβ Κλάιν, που πέθανε το 1962, ένα από τα λαμπρότερα ταλέντα της μεταπολεμικής περιόδου, του οποίου ο πρόωρος θάνατος διέκοψε μία καριέρα γεμάτη υποσχέσεις. Εφευρετικός, πειραματιστής και πρωτοπόρος τόσο στην τέχνη του φωτός και στη μινιμαλιστική ζωγραφική όσο και στη δημιουργία καλλιτεχνικών περιβαλλόντων.

Continue Reading

Trending