«Με πάνω από τρεις δεκαετίες αδιάλειπτης, ουσιαστικής διαδρομής στα μουσικά μας πράγματα, η Χρυσούλα Κεχαγιόγλου αποτελεί μια από τις πιο ιδιαίτερες και πολυδιάστατες φωνές της ελληνικής σκηνής. Ισορροπώντας με σπάνια φυσικότητα ανάμεσα στο ρεμπέτικο, την παραδοσιακή κέλτικη μουσική και τη σύγχρονη τραγουδοποιία, επιστρέφει δισκογραφικά με 13 πρωτότυπες folk μπαλάντες. Με αφορμή το νέο της άλμπουμ, αλλά και τη σχέση της με τη σκηνή, τη μνήμη και τη θεραπεία της φωνής, η ερμηνεύτρια μιλά στο stagenews.gr για το πέρασμα του χρόνου, τις διεθνείς της συμπράξεις και την ανάγκη αναζήτησης μιας νέας τρυφερότητας.»
- Ο Νέος Δίσκος & η Φιλοσοφία της Τραγουδοποιίας
- Το σημείο καμπής των 30 χρόνων:
«Γιορτάζετε τα “30 (και κάτι!)” χρόνια σας στον χώρο με μια ολοκαίνουρια κυκλοφορία 13 πρωτότυπων συνθέσεων. Ποια ανάγκη σας ώθησε αυτή τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή να καταθέσετε ένα τόσο συμπαγές, προσωπικό υλικό;»
Η συγκυρία για τη δημιουργία του δίσκου προέκυψε τελείως φυσικά, μέσα από διάφορες ευτυχείς συμπτώσεις και γνωριμίες. Πολύ απλά, βρέθηκε κάποιος, ο βασικός στιχουργός του δίσκου και εξαιρετικός λογοτέχνης, Θράσος Καμινάκης, που με εμπιστεύτηκε αρκετά ώστε να χρηματοδοτήσει το άλμπουμ! Καλλιτεχνικά, η ανάγκη υπήρχε από χρόνια. Για έναν τραγουδιστή, το ηχογραφημένο προσωπικό του ρεπερτόριο είναι πολύ σημαντικό, είναι το σήμα κατατεθέν του, κακά τα ψέματα. Πέρα από αυτό, υπήρχε η ανθρώπινη, δική μου, ανάγκη να αποτυπωθεί μια πορεία τόσων ετών σε ένα υλικό που να με κάνει περήφανη και να μου δίνει μία αίσθηση νοήματος. Οι συνθήκες ωρίμασαν δύο χρόνια πριν και εγώ ακόμα δυσκολεύομαι να πιστέψω πόσο μου αρέσει το αποτέλεσμα!
- Η συνάντηση των δύο παραδόσεων (Folk & Ελληνική μπαλάντα):
«Στο άλμπουμ συνυπάρχουν οι ελληνικές μουσικές ρίζες με την αμερικανική folk τραγουδοποιία. Πού ακριβώς συναντιούνται αυτά τα δύο είδη και πώς γεφυρώσατε τον ήχο τους στην ενορχήστρωση;»
Όταν ξεκίνησαν οι ηχογραφήσεις των τραγουδιών στο στούντιο του Κώστα Παρίσση, που για καλή μου τύχη είναι ο παραγωγός του δίσκου, εκείνος κατάλαβε τη βαθιά μου αγάπη για την κέλτικη και την αμερικάνικη folk μουσική, αλλά και το πόσο ταιριάζουν αυτά τα ιδιώματα στον ήχο της φωνής μου και στον τρόπο που ερμηνεύω. Θέλησε, λοιπόν, μέσα από την ενορχήστρωση και την ατμόσφαιρα του άλμπουμ, να αποδώσει αυτή τη σχέση.
Πολλά από τα τραγούδια, όμως, έχουν ρυθμούς που συνδέονται με την ελληνική παράδοση, πχ η Ωραία Κοιμωμένη είναι καλαματιανό, παιγμένο με κρητική λύρα και λαούτο, η Αποθήκη είναι ζεϊμπέκικο… Το ηχόχρωμά μου, επίσης, καθώς και κάποια μελίσματα της φωνής μου, παραπέμπουν στον ελληνικό ήχο και είναι λογικό αφού τραγουδάω συχνά παραδοσιακή ελληνική μουσική. Νομίζω ότι το αποτέλεσμα είναι μια φυσική συνύπαρξη των κόσμων μέσα μου…
- Η θεματική του χρόνου και της τρυφερότητας:
«Αναφέρετε στο σημείωμά σας ότι τα νέα τραγούδια μιλούν για τον χρόνο που αμβλύνει τον κυνισμό και μας επιστρέφει στην παιδικότητα. Σε μια εποχή τόσο σκληρή και επιθετική όσο η σημερινή, αποτελεί η τρυφερότητα μια μορφή καλλιτεχνικής “αντίστασης”;»
Παλιά το έβλεπα έτσι, αλλά δεν είμαι σίγουρη πια αν το να φτιάχνεις μουσική είναι επαναστατικό από μόνο του. Σίγουρα βοηθάει, όμως. Το να διατηρούμε τα χαρακτηριστικά μας που δημιουργούν κοινότητες και σχέσεις, αντί για αυτά που μας βάζουν σε πόλεμο, είναι πολύ σημαντικό. Η σκληρότητα και η επιθετικότητα της εποχής μας, συχνά είναι δίχως στόχο, ένα τυφλό ξέσπασμα, μια εκτόνωση. Έχουμε μπερδέψει την τρυφερότητα με την αδυναμία, νομίζω. Ένας τρυφερός άνθρωπος μπορεί να αντιδράσει πολύ έντονα σε κάτι που τον προσβάλλει – ένας μονίμως θυμωμένος άνθρωπος, κουράζεται και συχνά παραιτείται. Όταν ο θυμός μας δημιουργεί κίνηση, όταν η συν – κίνηση μας ανακουφίζει και μας δίνει κουράγιο να συνεχίσουμε και να σηκωθούμε από τον καναπέ – τότε, έχουμε μια ελπίδα να προχωρήσουμε προς κάπου καλύτερα, προς μία κοινωνία που να μας χωράει όλους. Η τρυφερότητα και η αποδοχή ξεκουράζει τον κόσμο, του δίνει χώρο να σκεφτεί τι θέλει – και να διεκδικήσει.
- Η ιστορία πίσω από τα τραγούδια («Παλέρμο», «Αποθήκη», «Σινεμαδάκι»):
«Μέσα στον δίσκο συναντάμε τίτλους όπως το “Παλέρμο”, η “Αποθήκη” ή το “Σινεμαδάκι ‘Το Νησάκι'”. Πρόκειται για πραγματικές, βιωματικές σας στάσεις ζωής ή για συμβολικά καταφύγια της μνήμης;»
Θα έλεγα ότι ισχύουν και τα δύο. Βρίσκω σημεία επαφής στιχουργικά με όλα τα τραγούδια του άλμπουμ, ήταν ένα βασικό κριτήριο επιλογής για εμένα. Όταν τραγουδάω, δε χρειάζεται να ταυτίζομαι πλήρως με αυτό που λέει ο στίχος, μπορώ να εξιστορήσω κάτι που συνέβη σε κάποιον άλλον ή κάτι που τον ενέπνευσε, αρκεί να μπορώ να δημιουργήσω έναν κόσμο για να μοιραστώ με τον ακροατή. Για παράδειγμα, όντας ένας άνθρωπος που ζει εδώ και χρόνια χωρίς μόνιμο τόπο κατοικίας, μπορώ πολύ καλά να κατανοήσω τι περιγράφει η “Αποθήκη”, το τραγούδι που δίνει τον τίτλο στο άλμπουμ! Μου έχει συμβεί πολλές φορές, σε περιόδους έντονης κινητικότητας να μου προσφέρουν μια φωλιά, ένα χώρο να μείνω, όπως έχει συμβεί να προσφέρω κι εγώ αντίστοιχα, όταν ήμουν σε θέση.
Όταν διάβασα το “Σινεμαδάκι “Το Νησάκι”, μου έφερε στο μυαλό κατευθείαν το καταπληκτικό θερινό σινεμά που έχουμε στην Ερμούπολη, στη Σύρο – όχι μόνο το κτήριο, αλλά και την αίσθηση της παρέας, τη μυρωδιά από τα γιασεμιά, το χαλικάκι που τρίζει στα πόδια καθώς προσπαθείς να βολευτείς στη θέση σου, τον ήχο της αγοράς έξω από τους τοίχους πριν σε συνεπάρει η ταινία…
Οπότε, η απάντηση είναι κατηγορηματικά “ναι” – τα τραγούδια του άλμπουμ λειτουργούν μέσα μου ως καταφύγια της μνήμης, συμβολικά αλλά και βιωματικά.
- Η Σκηνή, η Κέλτικη Μουσική & το Φεστιβάλ
- Η γέννηση του Athens Celtic Festival:
«Ως μέλος των “Ιέρνις” αλλά και βασική εμπνεύστρια του Athens Celtic Festival, πώς καταφέρατε να δημιουργήσετε και να εδραιώσετε στην Ελλάδα ένα τόσο πιστό κοινό για ένα είδος φαινομενικά ξένο προς τη μεσογειακή μας κουλτούρα;»
Τραγουδώντας με το σχήμα Ιέρνις, ήρθα σε επαφή και με άλλα άτομα και σχήματα που ενδιαφέρονταν για την Κέλτικη μουσική και μέσα από τις συζητήσεις μας συνειδητοποίησα ότι δεν ξέραμε καν αν υπάρχει κοινό, πέρα από τους ανθρώπους που έρχονταν με συνέπεια να μας παρακολουθήσουν. Πρότεινα, λοιπόν, και οι υπόλοιποι της παρέας ρίσκαραν το χρόνο τους και όχι μόνο, να δοκιμάσουμε την τύχη μας, ουσιαστικά, διοργανώνοντας από κοινού το πρώτο Φεστιβάλ Κέλτικης Μουσικής Αθήνας, το 2014. Εκεί καταλάβαμε ότι, όχι απλά υπάρχει κοινό, αλλά είναι και πιστό, ενημερωμένο και με ενδιαφέρον για την κουλτούρα των Κελτών γενικότερα. Ήρθαμε πιο κοντά μεταξύ μας, με αποτέλεσμα να δημιουργεί μία χορωδία Κέλτικου & Σουηδικού ρεπερτορίου από την εθνομουσικολόγο Λαμπρινή Γιώτη, να έχουμε αιτήσεις από καινούρια σχήματα, πολλοί μουσικοί που συμμετείχαν να αρχίσουν να παραδίδουν μαθήματα σε σχετικά όργανα κλπ
Σε συνδυασμό με τα παιχνίδια ρόλων που διαδραματίζονται σε εποχές και τόπους που αφορούν τους Κέλτες και τις σειρές που ντύνονται με αντίστοιχες μουσικές (το Game of Thrones ήταν ένα πολύ χαρακτηριστικό παράδειγμα!), είδαμε να αυξάνεται κατακόρυφα το κοινό. Πλέον, υπάρχει και το Athens Irish Festival που γίνεται κάθε χρόνο, οργανώνονται μουσικές συνάξεις ανοιχτές στο κοινό (sessions) σε pub της Αθήνας, στην Αθήνα διδάσκονται Ιρλανδικοί χοροί και έχουμε και ένα εξαιρετικό φεστιβάλ που οργανώνει ο Στέλιος Παπαλαμπρόπουλος στα Γρεβενά, με αφορμή τον εορτασμό του Αγίου Πατρικίου, του προστάτη Άγιου των Ιρλανδών.
Γενικά, νομίζω ότι δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι η συγκεκριμένη σκηνή εμφανίζει μια αυξημένη κινητικότητα.
- Η ζωντανή επαφή με το κοινό:
Πώς μεταφέρεται η ατμόσφαιρα αυτού του νέου δίσκου επί σκηνής και τι είδους παράσταση οραματίζεστε για τις ζωντανές σας εμφανίσεις;»
Θεωρώ τον εαυτό μου αυτό που ονομάζεται στα αγγλικά story teller, μου αρέσει να μοιράζομαι με το κοινό στοιχεία για την ιστορία των τραγουδιών, γιατί τα διάλεξα, τι σημαίνουν για μένα… Η ελπίδα μου είναι ότι μέσα από τις ιστορίες αυτές, ο κόσμος νιώθει λιγότερο μόνος, λιγότερο εκτός σκηνής. Ότι μοιραζόμαστε κάτι, εγώ με τα λόγια μου κι εκείνοι με την προσοχή τους και το “ταξίδεμα” στο οποίο αφήνονται.
Για να νιώσει ασφάλεια ο κόσμος να αφεθεί, πρέπει να βρεθεί σε έναν χώρο που να σέβεται τη μουσική, να προσφέρει τις συνθήκες για να παραχθεί κάτι που θα επιτρέψει στον ακροατή να απολαύσει το υλικό – γι’ αυτό επέλεξα να γίνουν οι παρουσιάσεις στο Baumstrasse. Έπειτα, πρόσεξα πολύ τους μουσικούς που διάλεξα – κάποιοι συμμετείχαν και στις ηχογραφήσεις, κάποιοι έδωσαν τραγούδια. Όλοι είναι άνθρωποι που εμπιστεύομαι, τόσο μουσικά όσο και προς τη διάθεσή τους να δημιουργήσουν έναν κόσμο μαζί μου, για εκείνες τις δύο βραδιές.
Οραματίζομαι δυο παρουσιάσεις στις οποίες άνθρωποι με ενδιαφέρον για τη μουσική, θα έρθουν να ακούσουν τα τραγούδια, θα μουρμουρίσουν τους στίχους, θα γελάσουν ή θα συγκινηθούν με τις ιστορίες και θα φύγουν νιώθοντας ότι κάτι πήραν μαζί τους.
- Διεθνείς Συνεργασίες & Ιστορικά Ονόματα
- Η σύμπραξη με τον Andy Irvine και τους Mozaik:
«Έχετε συνεργαστεί με θρύλους της παγκόσμιας folk, όπως ο Andy Irvine και ο Donal Lunny, συμμετέχοντας σε δίσκους τους, αλλά και ως επίτιμη καλεσμένη στα 80ά γενέθλια του Irvine στο Δουβλίνο. Τι αποκομίσατε από τη συνύπαρξη στο στούντιο και στη σκηνή με μουσικούς που διαμόρφωσαν την ιρλανδική μουσική ιστορία;»
Το βασικότερο όφελος που αποκόμισα ήταν η γνωριμία με αυτούς τους ανθρώπους που ζουν και αναπνέουν για τη μουσική και τον πολιτισμό τους. Η καλοσύνη τους, η αποδοχή τους και η τεράστια διάθεσή τους για ισότιμη συνεργασία με έναν άνθρωπο τόσο νεότερο και τόσο λιγότερο “φτασμένο” – κάτι που δύσκολα συναντάται στη χώρα μας – μου έδωσαν φτερά! Επίσης, έμαθα πολλά για τη σημασία που δίνουν στην κοινότητά τους, για την απαγόρευση να τραγουδούν και να μιλούν τη γλώσσα τους που κράτησε αιώνες χωρίς να τους αφανίσει, για το πώς οι μικρές κοινότητες της επαρχίας διατήρησαν τα στοιχεία του αρχαίου τους πολιτισμού, κάπως όπως έγινε εδώ με τη μουσική της Ηπείρου και άλλων περιοχών…
Εμείς θαυμάζουμε τους διάσημους και επιτυχημένους καλλιτέχνες, αλλά είναι οι αφανείς εργάτες των τεχνών που διασώζουν την παράδοση των τόπων, αυτοί που συχνά μένουν έξω από τα ραντάρ μας…
- Η αναγνώριση εντός συνόρων:
«Ο Γιώργος Νταλάρας έχει δηλώσει για εσάς ότι ανήκετε σε εκείνες τις ελάχιστες φωνές που λειτουργούν “σα σφραγιδούλες στην καρδιά και το μυαλό”. Πώς εισπράττετε έναν τέτοιο έπαινο από έναν καλλιτέχνη αυτού του βεληνεκούς; Δημιουργεί ένα αίσθημα πρόσθετης ευθύνης;»
Είχα πάντα μία αίσθηση ότι η μουσική έχει ως προορισμό να αλλάξει τον κόσμο. Οπότε, η αίσθηση ευθύνης υπήρχε από την αρχή και παραμένει. Σίγουρα, η ιδέα ότι ένας άνθρωπος που έχει ακούσει τόσες φωνές μέσα στα χρόνια της καριέρας του, θεωρεί ότι έχω κάτι ξεχωριστό με χαροποιεί και με τιμά. Ούτως ή άλλως, σε ότι αφορά το τραγούδι, είμαι ένα εργατικό μυρμήγκι, όλη την ώρα κάτι μαθαίνω, κάτι οργανώνω, κάτι κυνηγάω. Ελπίζω αυτοί που με ακολουθούν να έχουν πάντα κάτι να καμαρώνουν.
- Ιστορική Μνήμη, Κινηματογράφος & Κοινωνικό Τραύμα
- Το project “The Laughing Boy”:
«Συμμετείχατε επίσης στο “Laughing Boy” του Alan Gilsenan, ενώνοντας την ποίηση του Brendan Behan με τη μελοποίηση του Μίκη Θεοδωράκη. Ποια είναι η δύναμη ενός τραγουδιού να συνδέει λαούς με κοινά ιστορικά βιώματα, όπως η Ελλάδα και η Ιρλανδία;»
Η μουσική είναι μια μορφή επικοινωνίας που δε βασίζεται αποκλειστικά στο λόγο. Αυτό ήδη την κάνει ικανή να συγκινήσει ετερόκλητους πληθυσμούς, διαφόρων ηλικιών, προερχόμενους από διαφορετικά μέρη κλπ. Είναι μαγικό πώς το ποίημα ενός Ιρλανδού επαναστάτη ποιητή που αναφέρεται στις αγγλικές δυνάμεις κατοχής, μελοποιήθηκε από το Μίκη Θεοδωράκη για τις ανάγκες μιας θεατρικής παράστασης στην Ελλάδα και ταυτίστηκε με τους αγώνες κατά των Γερμανών κατακτητών, αλλά και του φασισμού γενικότερα! Δυο χώρες τόσο μακρινές γεωγραφικά, δυο πολιτισμοί τόσο φαινομενικά διαφορετικοί… Είναι, όμως;
Κατά τη γνώμη μου, όχι. Οι περιοχές όπου ζούσαν και ζουν οι Κέλτες – η Ιρλανδία, η Σκωτία και άλλες – έχουν πολύ κοινό ιστορικό υπόβαθρο: έχουν σκληρές συνθήκες διαβίωσης, έχουν υπάρξει για εκατοντάδες χρόνια υπό κατοχή, έχουν αντιμετωπίσει πείνα, πόλεμο, μετανάστευση… Ακριβώς όπως κι εμείς. Οι ιστορίες μας είναι κοινές, τα λόγια των τραγουδιών μοιάζουν απίστευτα. Το μόνο που χρειαζόταν ήταν μια αφορμή για γνωριμία…
- Η Επιστήμη της Φωνής: Η Λογοθεραπεύτρια πίσω από την Ερμηνεύτρια
- Φωνητική υγεία και ερμηνεία:
«Έχοντας σπουδάσει Φιλοσοφία και Λογοθεραπεία, με εξειδίκευση στις παθήσεις της φωνής, έχετε μια σπάνια, ανατομική και λειτουργική γνώση του οργάνου. Λειτουργεί αυτός ο ορθολογισμός απελευθερωτικά ή μερικές φορές λειτουργεί ως “φρένο” στον απόλυτο συναισθηματικό αυθορμητισμό του τραγουδιού;»
Δε μπορούμε να μιλάμε για “απόλυτο συναισθηματικό αυθορμητισμό” όταν μιλάμε για έναν επαγγελματία εν ώρα εργασίας. Αν συμμετέχουμε σε ένα σπιτικό γλέντι πού και πού, μπορεί να φερόμαστε αυθόρμητα, να τραγουδάμε χωρίς οικονομία, να κλείσει η φωνή μας μέχρι να την ξαναχρειαστούμε στο επόμενο γλέντι. Ένας επαγγελματίας φροντίζει τη φωνή του, το σώμα του ολόκληρο ιδανικά, τη διάθεσή του, την καλή ψυχική του υγεία… Η μουσική είναι μια πολύ σκληρή δουλειά, με δύσκολα ωράρια, με πολλές ώρες καταπόνησης, με συνεχή ταξίδια – είναι ένα επάγγελμα που χρειάζεται τεχνική κατάρτιση τόσο μεγάλη, που ο ακροατής να μην καταλαβαίνει πόσες ώρες έχω αφιερώσει εγώ για να απολαύσει το αποτέλεσμα που τον συγκινεί και τον ταξιδεύει… Από αυτήν την άποψη, η γνώση είναι, με τον τρόπο της, μια απελευθέρωση. Απελευθερώνει τον ερμηνευτή από το φόβο της “κακής” απόδοσης και το ακροατήριο από τον κόπο του να ασχοληθεί με ό,τιδήποτε άλλο από αυτό που έχει έρθει να απολαύσει.
Υπάρχει αυτή η ρομαντζάδα που συνοδεύει τις τέχνες στο μυαλό του μη- γνώστη, όπου το ταλέντο είναι θεόσταλτο και δε χρειάζεται να κάνεις τίποτα για να εκφραστεί, αλλά αυτό το φαινόμενο υπάρχει μόνο στις ταινίες! Η μουσική, όπως κάθε τέχνη, χρειάζεται ταλέντο, αλλά και μεράκι, πειθαρχία και πολλή πολλή δουλειά!
- Η φωνή ως ταυτότητα:
«Στο άλμπουμ υπάρχει και το κομμάτι “Ο ήχος της φωνής σου”. Πόσο αποκαλυπτική είναι η φωνή για τον εσωτερικό ψυχισμό ενός ανθρώπου, πέρα από τις λέξεις που επιλέγει να πει;»
Ο ήχος της φωνής κάποιου, ο τρόπος που κοιτά όταν σου απευθύνεται, ο τρόπος που κινεί τα χέρια του, που τοποθετεί το σώμα του απέναντι στο συνομιλητή του, μας λένε πιο πολλά από ό,τι τα λόγια του. Δεν είναι τυχαίο που υπάρχουν άνθρωποι που δε μας έχουν πειράξει ποτέ, αλλά προτιμούμε να μη βρισκόμαστε γύρω τους. Ή που μας έλκουν ανεξήγητα άνθρωποι που γνωρίζουμε ελάχιστα. Η μη- λεκτική επικοινωνία είναι σαν τη μουσική: δε χρειάζεται να γνωρίζεις τη γλώσσα για να την παρακολουθήσεις!
Πέρα από το θέμα της εκφραστικότητας, όμως, η φωνή μπορεί να δίνει ενδείξεις για τη σωματική υγεία των ανθρώπων, για την ψυχική τους κατάσταση… Ξέρετε πόσες χιλιάδες λειτουργίες πρέπει να γίνουν σωστά για να παράγουμε σωστά μια λέξη, μια κουρδισμένη νότα; Η φωνή είναι ένα ολόκληρο, θαυμαστό σύμπαν!
- Επίλογος
- Το επόμενο βήμα:
«Κλείνοντας, τι θα θέλατε να αφήσει αυτός ο δίσκος στον ακροατή που θα πατήσει το “play” σήμερα, και ποια είναι τα άμεσα σχέδιά σας για ζωντανές εμφανίσεις το επόμενο διάστημα;»
Θα ήθελα αυτός ο δίσκος να παρέχει στον ακροατή ένα μέρος να ησυχάσει και να στοχαστεί πάνω στη ζωή του: πώς είναι, αν είναι όπως την επιθυμεί, αν θα ήθελε κάτι διαφορετικό – και αν θέλει, θα ήθελα μέσα από τα τραγούδια να κάνει το πρώτο βήμα προς τα εκεί!
Εγώ, ως Χρυσούλα, αυτό που θα ήθελα θα είναι να έρθει κόσμος στις 28/11 και στις 12/12 στο Baumstrasse, να μοιραστούμε αυτή τη δουλειά που εμπεριέχει την αγάπη όλων μας που συμμετείχαμε, να ευχαριστηθεί τη μουσική και να φύγει φεύγοντας μαζί του αυτό το διαμάντι – artwork που εμπνεύστηκε ο εικαστικός καλλιτέχνης Πέτρος Βούλγαρης και τυπώθηκε σε βιβλίο με κωδικό για να κατεβαίνει ο δίσκος.
Η είσοδος είναι δωρεάν, η ορχήστρα είναι φανταστική, ιστορίες θα πετούν στον εναέριο χώρο πάνω από τα κεφάλια μας… τι μπορεί να πάει στραβά;






